Μαρτίου 30, 2010

O μερτ

Posted in Κωλο-εξτρά στις 5:37 μμ από perissos

Πριν ενάμιση-δυο μήνες συναντήθηκα με τον Σ. Ανάμεσα στα άλλα μου είπε ότι ο maitr d’ στο ξενοδοχείο που δουλεύαμε φοιτητές –ας τον πούμε κο. Γιώργο- μας άφησε. Πάγωσα. Με αυτή την παγωμάρα της συνειδητοποίησης ότι οι δεσμοί με το παρελθόν σου φεύγουν ένας-ένας, ότι οι ωραίοι άνθρωποι δεν παγώνουν για πάντα ακίνητοι εκεί που τους άφησες, με το χαμόγελο στα χείλη να σε περιμένουν να ξαναζήσεις τη ζωή σου. Η γη συνεχίζει να γυρίζει κ κάθε στιγμή εκτοξεύει κ κάποιον προς αυτήν την τεράστια μαύρη τρύπα του Τίποτα.

Από τότε σκεφτόμουν να γράψω 2 λόγια για τον κο. Γιώργο. Όχι ως επικήδειο, ίσως ως φόρο τιμής. Ή ίσως, για να υϊοθετήσω κ τα λόγια του A.C.D., “για να ζεσταθεί μία καρδιά … από μια μακρινή ηχώ”. Ίσως, στο τέλος-τέλος, για να ανακαλέσω για άλλη μία φορά εικόνες από το παρελθόν μου, σα σκόρπιες, ξεθωριασμένες φωτογραφίες σε κάποιο κουτί κάτω από το κρεβάτι. Πάντα σε κάνουν να χαμογελάς, με τα μάτια εστιασμένα στο άπειρο. Γιατί σου θυμίζουν από πού ξεκίνησε αυτή η γραμμή του είναι σου, ποιος είσαι πραγματικά.

 

Το γραφειάκι του μπανκέ

Υπήρχε ένα μικρό δωματιάκι στο διάδρομο πίσω από τη ρεσεψιόν, δίπλα στις αίθουσες. Με το ζόρι είχε χώρο για 1,5 γραφείο. Εκεί ήταν ο θρόνος του, στο τμήμα banquet services, στο “μπανκέ”. Πάντα επάνω στο γραφείο ήταν ανοιγμένο ένα τεράστιο μπακαλοτέφτερο με το ημερολόγιο των εκδηλώσεων. Από δίπλα κ από κάτω ένας σωρός από πλάνα κ σχεδιαγράμματα/κατόψεις γάμων, συνεδρίων, coffee-break,…. Στον τοίχο πάντα κρεμασμένα 2 σημειωματάρια, τα “πλάνα”: οι αποψινές κ οι αυριανές εκδηλώσεις. Τι θα σερβίρουμε απόψε, τι θα στήσουμε για αύριο. Πελάτης, αίθουσα, guarantee(*) κ μάξιμουμ άτομα, μενού, ώρες, κάτοψη αίθουσας, αιτήσεις διακόσμησης. Η μούρλα της κάθε νύφης, η ποζεριά κάθε συμπέθερου, σε 4 κόλλες χαρτί.

Σπάνια έμπαινα στο δωματιάκι εκείνο. Δεν υπήρχε λόγος. Υπήρχε άπειρη δουλειά να γίνει από τους απλούς πεζικάριους (αρβάλα-κουτρουβάλα, όπως λέγαμε) για να τριγυρίζουν στο “αρχηγείο”. Πάντα υπήρχε κάποιος άλλος, είτε captain(@), είτε πάλιουρας κωλοεξτρά, να ανοίξει τα φύλλα χαρτί κ να αποκρυπτογραφήσει όλες τις ανάγκες. “Τόσα άτομα, αυτό το μενού, αυτή η διάταξη, άρα θα χρειαστούμε τόσες ροτόντες, τόσα ποτήρια, αυτά τα μαχαιροπήρουνα, μπουφέ με τόσα τραπέζια, τόσες γλάστρες για διακόσμηση, τόσα, τόσους, τόσες,…”. Ήταν μεγάλη τιμή να πάρεις στα χέρια σου το πλάνο κ να ξεκινήσεις να στήνεις 1 αίθουσα. Ο χρόνος ήταν υπολογισμένος ακριβώς ώστε να στηθεί η αίθουσα χωρίς μισή ώρα υπερωρίας, δε χώραγαν μλκ κ ωχ-το-ξέχασα.

Το χαμηλοτάβανο γραφειάκι είχε πάντα ομίχλη που κοβόταν με το μαχαίρι, ένα τσιγάρο μονίμως αναμμένο στο τασάκι του κου. Γιώργου κ ένας φραπές στο χέρι του, παντα μέτριος, χωρίς γάλα. Τόσα χρόνια δε θυμάμαι να τον έχω δει ποτέ να τρώει στο εστιατόριο προσωπικού, μεταβόλιζε νικοτίνη κ καφεΐνη. Από την άλλη,  πάντα φρόντιζε οι υπόλοιποι να είμαστε χορτάτοι “Έφαγες; Ακόμα;! Τρέχα επάνω γιατί έρχεται η νύφη κ θα φας τα τούλια”.

 

Γυαλιστερά πέτα 

Πάντα τον έβλεπα στη δουλειά, ντυμένο με το μαύρο κοστούμι του maitr με τα γυαλιστερά πέτα, να ξεχωρίζει από εμάς, τη διμοιρία των εξτρά με τα συνθετικά σακάκια στο χρώμα του τούβλου. Ποτέ, όμως, δεν καθόταν να χαζεύει, ούτε να το παίζει αφεντικό. Πάντα ήταν μπροστά με το πλάνο στο χέρι κ το γαμωσταυρίδι στο στόμα, να οργανώνει την ομάδα, να ρίχνει τραπέζια, να κάνει turn-over αίθουσες σε χρόνο dt.

Θυμάμαι μερικά τέτοια σκηνικά. Το μεσημέρι-απόγευμα το μεγάλο ballroom να έχει κάποια παρουσίαση ή σεμινάριο κ να είναι στημένο school-room ή ψαροκόκκαλο(#). Κ να πρέπει να αλλαχτεί σε γάμο, μπουφέ με ροτόντες μέσα σε 1 ώρα. Κ τα μλκισμένα executives του π€ους να μην ξεκολλάνε κ να κάθονται μέσα να χαζολογάνε. Με ευγένεια της πιάτσας τους έπιανε σχεδόν από τους ώμους κ τους έβγαζε έξω. Τότε ανοίγαν οι πόρτες του διαδρόμου κ ξεχυνόμαστε μέσα να “σπάσουμε” την αίθουσα κ να στρώσουμε την επόμενη, σχεδόν με χουγιατά, σαν τσολιάδες σε έφοδο. “Ντου ρε! Πιάστε τα εξάρια, εσείς οι 2, όπως είναι, τα χαλάτε στο διάδρομο. Χρήστο, φέρνε ροτόντες. Πού είναι η σκούπα, ρε αγόρι; Ακόμα με το podium; Άντε νυχτώσαμε! Αντί για τη νύφη, ο γαμπρός θα γ@μήσει εμάς” Τα γυαλισμένα πέτα έφευγαν πετώντας στο γραφειάκι κ έμενε με τα μανίκια σηκωμένα, να τσουλάει 12άρες ροτόντες με το τσιγάρο στο στόμα, να απλώνει 2 τραπεζομάντιλα με 3 κινήσεις, να σηκώνει 23 ποτήρια στα χέρια να στρώσει, μαζί με εμάς.

Η χοντροκώλα από τις πωλήσεις κατέβαινε σε κάτι τέτοιες φάσεις με τα πλάνα στο χέρι κ ένα αγχωμένο χαμόγελο. “Γιώργο, θα το προλάβουμε;” Σκεφτόμουν πως οποισδήποτε στη θέση του θα χλώμιαζε κ θα την άρχιζε στις χριστοπαναγίες για τα σκ@τά που τα έκαναν οι πωλήσεις κ τα mission impossible που μας έστηναν. Αυτός, όμως, πάντα θα μίλαγε σε οποιονδήποτε εκτός μπανκέ με το μόρτικο ύφος κ το περιπαικτικό χαμόγελο. “Τι φοβάσαι, μωρό μου;” Σχεδόν τη βλέπαμε να υγραίνεται την πωλήτρια. Ποιος ξέρει, μπορεί κ να την είχε αυγοκόψει στο παρελθόν.

Πάντα η αίθουσα ήταν έτοιμη πριν από την ώρα της, γυαλιστερή κ εντυπωσιακή. Πάντα ήμασταν αρκετό προσωπικό να κάνουμε τη δουλειά εγκαίρως, όλοι μας είχαμε προλάβει να φάμε κ ο κος. Γιώργος πήγαινε στο γραφειάκι να κάνει άλλο ένα τσιγάρο.

 

Ο μόρτης

Είναι σκότωμα να πρέπει να στήσεις όλο το σκηνικό για μια εκδήλωση κ μετά να σερβίρεις κόλας. Τρως όλον τον ιδρώτα πριν καν ξεκινήσεις. Εμείς οι εξτρά, όσοι τέλος πάντων μας ένοιαζε μη μυρίσουμε άσχημα σε κάνα γκομενάκι, κάναμε όλο το στήσιμο με ένα φανελάκι/μπλούζα/πρόχειρο πουκάμισο. Πριν ξεκινήσουμε το σέρβις κ φορέσουμε την πουκαμισιά, πεταγόμασταν μία στα γρήγορα στην κοντινότερη βρύση να πλύνουμε καμιά μασχάλη κ λαιμό με ό,τι απορρυπαντικό υπήρχε διαθέσιμο (σαπούνι, σαμπουάν, τρύλετ, λεμονόκουπα,…). Οι μόνιμοι, όμως, σπάνια το έκαναν αυτό. Πρέπει να ήταν πολιτική του ξενοδοχείου να είναι πάντα στην τρίχα, ακόμα κ αν κουβάλαγαν σαν τους χαμάληδες όπως εμείς. Αποτέλεσμα ήταν αρκετές φορές η ευαίσθητη μύτη μου να τους πιάνει να ξεκινάνε την εκδήλωση έχοντας αυτή τη βαριά μυρωδιά βαρβατίλας, από το ιδρωμένο αντρικό κορμί.

Πάντα γέλαγα από μέσα μου όταν τον έβλεπα στους γάμους. Υποδεχόταν το ζευγάρι με το εγκάρδιο χαμόγελο του μόρτη. Αφού έκοβε 1 στα γρήγορα τη νύφη από πάνω ως κάτω τους πήγαινε πρώτα στο τραπέζι κ μετά στο μπουφέ να τους δείξει τα φαγητά κ να τους σερβίρει πρώτους. Όλοι του η στάση κ οι τρόποι ήταν άψογα επαγγελματικοί, μόνο που το μάτι του τσάκιζε στην άκρη. “Δεν μπορείς να πεις, γαμπρέ! Σε έφτιαξα καλά απόψε. Θα λιώσει το γκομενάκι, θα φας καλά. Κοίταξε να ξηγηθείς μετά στα tips”.

Η αποθέωση στους γάμους ήταν όταν μας οργάνωνε για “παρουσίαση”. Παρουσίαση λένε το σκηνικό όπου λίγο μετά την κοπή της τούρτας κ λίγο πριν αρχίσει να σερβίρεται σαμπάνια, μαζεύονται οι σερβιτόροι αντικριστά στην πίστα κ τις ανοίγουν όλοι μαζί. Κανονικά την ανοίγεις προσεκτικά, χωρίς να την έχεις κουνήσει κ κρατώντας το φελλό μη σου φύγει. Ούτε θέλεις να χυθεί στο παρκέ της πίστας, ούτε να φάει κάνας συμπέθερος το φελλό στο δόξαπατρι. Αυτά στη θεωρία, γιατί στην πράξη εάν βάλεις 23χρονους με μια σαμπάνια στο χέρι έχεις χαμηλόφωνους διαλόγους επί της πίστας “Θα τον πετύχω τον π0ύστη τον Ηλία, όλο το βράδυ λουφάρει” “Άσε αγόρι, έχω ένα τρελό γκομενάκι στο πόστο μου, τώρα θα δεις πώς πέφτουν οι γυναίκες με το φελλό” “Κουνήστε τη δυνατά κ χύστε, τρελά αγόρια”. Κ ο κος. Γιώργος να δαγκώνεται κ να μας κάνει νοήματα πριν την ομοβροντία “Μην κάνετε καμιά μλκ, θα σας γμσ!”

Μέσα στην εκδήλωση, σε κάθε εκδήλωση, είχε μάτι που γάζωνε. Σκεφτόσουν να λουφάρεις πίσω να καπνίσεις; Ερχόταν να σου ανάψει το τσιγάρο για να κάνεις πιο γρήγορα. Το πόστο σου ήταν κώλος; Έστελνε ενισχύσεις από τα δίπλα πόστα “άντε να τον ξελασπώσετε, χοιροστάσι το έκανε, το παρτάλι”. Ξέχναγες να αλλάξεις τάσους κ ξεχείλιζαν τα τσιγάρα(^); Εμφανιζόταν από το πουθενά, άλλαζε 1-2 τασάκια (πάντα είχα απορία εάν τα είχε στις τσέπες του) κ ερχόταν να σου το τρίψει τα γεμάτα στα μούτρα. Πάντα με αυτό το χαρακτηριστικό του περπάτημα, σα βάδην, το ένα πόδι μπροστά στο άλλο. Περπατάμε γρήγορα, ποτέ δεν τρέχουμε! 

Σαββατοκύριακο-κόλαση

Μέσα στο ομιχλώδες γραφειάκι ένα από τα μόνιμα άγχη του κου. Γιώργου ήταν το πώς θα καλύψει τις εκδηλώσεις με προσωπικό. Εξτρά ήμασταν, το βασικό παίρναμε, ποιο το κίνητρο να είσαι πάντα παρών; Μία ο ένας ακύρωνε τελευταία στιγμή γιατί βρήκε γκόμενα, μία ο άλλος γιατί έχασε ο βάζελος, μία για “προσωπικούς λόγους”, αρρώστιες, σοβαρά, γελοία, λίγη σημασία είχε. Αυτό που είχε σημασία ήταν μέχρι κ το τέλος ποτέ δεν ήταν σίγουρος εάν θα υπάρξουν απρόσμενες απουσίες, εάν όλοι οι εξτρά θα έρθουν ξεκούραστοι ή τσακισμένοι, εάν κάποιος θα χτυπήσει κ θα φύγει, εάν με λίγα λόγια η εξυπηρέτηση προς τους πελάτες θα είναι “πεντέμιση αστέρια, ναούμ” ή “μπουζούκια γίναμε, ρε π0ύστη!”. Από την άλλη ήταν κ ο μόνιμος πονοκέφαλος του πώς θα μοιράσει το προσωπικό. μόνιμους κ εξτρά, ώστε να υπάρξει μία καλή ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς που “γαζώνουν” κ τα παλτά. Δύσκολα προβλήματα, Ν εξισώσεων * Μ παραμέτρους. Πώς να μη ανάψεις ένα πακέτο μαζί; Οι επανειλημμένες κουτσουκέλες κ αρνήσεις σε τηλεφωνικές (αρρώστησε το βίντεο, διαβάζω για εξετάσεις κινέζικων,…) είχαν ως αποτέλεσμα να μπεις στην περιβόητη black list κ να μην ακούσεις το τηλ σου να κουδουνίζει για καιρό.

Σε περιόδους κρίσης, όμως, όλα αυτά πήγαιναν περίπατο. Έβγαιναν τα σκονισμένα ντοσιέ με τα ξεχασμένα τηλέφωνα από κάτω από το γραφειάκι. Εκεί μέσα σίγουρα πρέπει να υπήρχαν κ τα τηλ. του Οδυσσέα Αντρούτσου κ Περικλή, όταν έκαναν κανένα εξτρά μεροκάματο στα νιάτα τους. Ο κος. Γιώργος έπαιρνε την πιο μελιστάλαχτη φωνή του, μιλώντας σε κόσμο που είχε να δει για χρόνια “Έλα ρε αγόρι! Πού χάθηκες; Έγινες διευθυντής στην Intracom, ε; Μπράβο ρε γίγαντα, μπράβο! Να σου πω, δεν έρχεσαι το Σάββατο το βράδυ για ένα εξτρά 8 ώρες; Έχουμε ένα γάμο πολύ χαλαρό, ούτε που θα το καταλάβεις”. Αυτές οι περιπτώσεις ανάγκης ήταν τα λεγόμενα Σαββατοκύριακα-κόλαση. Όταν εμφανιζόταν κάτι τέτοιο στο calendar από τις πωλήσεις (γάμοι, δεξιώσεις, outside(%), τα πάντα όλα), αμέσως γινόμασταν “άτομα-κλειδιά της ομάδας”. “Αγόρι, 18-19 Ιούνη μην κανονίσεις τπτ, έτσι; Έρχεται Σαββατοκύριακο-ΚΟ-ΛΑ-ΣΗ κ σε θέλω στο team” …κ να είναι Απρίλης όταν σου τα λέει 🙂

 

Ο σκοπός κ τα τσιμπ0ύκια

Η καλύτερή μου στιγμή όλης της μέρας δεν ήταν όταν έκανα στα κλεφτά ντους στα αποδυτήρια των μόνιμων υπαλλήλων πριν φύγω, ούτε όταν έπεφτα, επιτέλους, τσακισμένος ξημερώματα για ύπνο. Ήταν όταν ο γάμος είχε σχολάσει, είχαν φύγει κ οι τελευταίοι χαζοξενύχτηδες-καλεσμένοι, ο DJ είχε βγάλει επιτέλους το CD της Έφης Θώδη κ μάζευε τα ηχεία του, ο γαμπρός ήταν επάνω στη γαμήλια σουΐτα -δώρο του ξενοδοχείου- τακτοποιώντας τη νύφη κ οι γάμπες μας πονούσαν από την ορθοστασία. Τότε, κανονικά, θα ήταν η στιγμή της απελπισίας, καθώς είχαμε μπροστά μας τον αμάζευτο μέσα στην αίθουσα, συν το να τη στήσουμε καθαρή κ έτοιμη για τις αυριανές εκδηλώσεις. Για εμένα ήταν η καλύτερη στιγμή, καθώς τότε ήταν που θα βγάζαμε τα σακάκια κ τα παπιγιόν κ θα καθόμασταν να φάμε. Υπήρχε πάγια διαταγή να μένουν στην καβάτζα 1-2 λαμαρίνες “για τα παιδιά”, κάνα κρεατικό, λαχανικά, να σερβιριστούμε. Στρώναμε μία καθαρή ροτόντα, σερβιριζόμασταν κ αρχίζαμε το λακριντί. Μου άρεσε αυτό το σκηνικό κ οι ιστορίες που έλεγε ο καθένας, κάναμε απίστευτο γέλιο. Όταν είχαν κέφια οι μόνιμοι, έλεγαν ιστορίες από παλιές εκδηλώσεις ή σκηνικά μεταξύ τους. Ο κος Γιώργος δε συμμετείχε κ πολύ συχνά, καθώς ήταν μέσα στο γραφειάκι, ετοιμάζοντας τα αυριανά/μελλοντικά πλάνα. Θυμάμαι, όμως, σαν τώρα 2 σκηνικά που μας είχε πει.

Είχε χτυπήσει, λέει, 1 γκόμενα κάποτε κ την είχε πάει ρομαντζάδα στην παραλία του Ελληνικού, κοντά στην τότε βάση. Την αρχίζει, λοιπόν, στο “η νύχτα έχει φεγγάρι, τι ρομαντικά, της πουτ@νας από αστέρια κ έτσι” με προφανή αντικειμενικό σκοπό. Ο σκοπός επετεύχθη, ο γκόμενα έκατσε κ ο κος. Γιώργος την έβαλε να παίξει μουσική. Ξέρεις, νυχτερινή συμφωνία για πνευστά. Έτσι όπως απολάμβανε ανάσκελα το παίξιμο της κοπελιάς, γέρνει το κεφάλι του προς τα πίσω με κλειστά τα μάτια. Τα ανοίγει κ βλέπει το σκοπό (όχι τον αντικειμενικό, τον άλλο, της βάσης) λίγο πιο πέρα να έχει πλησιάσει σκυφτός. Κάπου είχαν καθήσει κοντά σε σκοπιά, φαίνεται. Ο τύπος του κάνει με νοήματα “μη φεύγεις, φίλε. Να δω μόνο, να δω”. Οπότε, λέει κ ο κος. Γιώργος, άσε τώρα μην το ανησυχήσουμε το κορίτσι κ το έχει ξεκινήσει με κέφι. Συνεχίζει, λοιπόν, το πρόγραμμα, λίγο έτσι, λίγο αλλιώς, λίγο στα 4, πάντα όμως με πρόσωπο στη θάλασσα. Πιο ρομαντικά, “πώς σκάει το κύμα, ναούμε”, να πάρει κ λίγο μάτι το στρατευμένο νιάτο. Όταν, λοιπόν, τελειώνουν κ οι 2 μαζί, βλέπει πίσω από κάτι θάμνα, πιο δίπλα, να σηκώνονται 5-6 καύτρες τσιγάρων μέσα στο σκοτάδι κ να χειροκροτάνε “yeah! άξιος! μεγάλε!”

 

Ο γάμος

Είχα την εντύπωση ότι ο κος. Γιώργος θα μείνει αμετανόητος εργένης, αλλά έκανα λάθος. Παντρεύτηκε κ μάλιστα τσαχπίνα κ τσουμπωτή συνάδελφο από το ξενοδοχείο (όχι την χοντροκώλα!). Ο γάμος, φυσικά, ήταν με την ευγενική χορηγία του ξενοδοχείου, όπου παρείχε τα πάντα όλα, πιο κάτω κ από το κόστος. Πιάτα γκουρμέ (κ όχι τα βιομηχανικά ψαρονέφρια που μοιράζαμε αλλού), τούρτα αξιώσεων (κ όχι τον κακαόστοκο με φράουλες που δίναμε προσφορά σε άλλους γάμους), ποτά απεριόριστα, μία διμοιρία σερβιτόρους, την αφρόκρεμα των εξτρά (κ ποιος δε θα’θελε να σερβίρει στο γάμο του κου Γιώργου;!), προεδρική σουΐτα δώρο για 2 βράδια. Προφανώς, προφανέστατα όλο το προσωπικό, σε βάρδια κ μη, είτε ήτνα ήδη καλεσμένοι, είτε θα την έκανε σκαστή από το πόστο του κ θα πέρναγε να ευχηθεί κ να γλεντήσει.

Ακόμα κ στο γάμο του αδιόρθωτος! Κάθε τόσο να σηκώνεται από το χεντ(|) κ να έρχεται πίσω στο διάδρομο. “Έλα, παιδιά. Τελείωσαν το ορεκτικό, πάμε να γαζώσουμε κυρίως πιάτο” “Ρε πήγαινε κάτσε μέσα!” Κ μετά από λίγο “Ρε! Τασάκια, ρε! Στο τραπέζι του προσωπάρχη!” “Μπαα! Τράβα, ρε Γιώργο, στη γυναίκα σου κ χέσε τα τασάκια” “Άσε με ρε, με ζάλισε, ακόμα δεν αρχίσαμε” Χαχαχα

Τέτοιος γάμος δεν είχε ξαναγίνει. Στο τέλος που ο κος. Γιώργος πήρε τη γυναίκα του να δοκιμάσουν το στρώμα της προεδρικής, έμεινε το τμήμα banquet να κάνει το δικό του γλέντι. Στο τέλος είχαν μείνει 2 10άρες ροτόντες γεμάτες άδεια μουκάλια μπύρας, δεν υπήρχε χώρος να μπει ούτε ένα ακόμα.

 

Κούκλοι κ αγόρια

Τον 1ο χρόνο που ήμουν στο ξενοδοχείο δεν πολυ-εμφανιζόταν ο κος. Γιώργος. Υπήρχε ένας παλιός κάπτεν ο οποίος είχε αναλάβει ρόλο “ανθυπομέτρ”, όπως λέγαμε, λόγω παλαιότητας. Δε με ενθουσίαζε ιδιαίτερα αυτός ο τύπος, καθώς με είχε βάλει στο μάτι από 2-3 βλακείες που είχα κάνει στην αρχή ως στραβάδι. Μετά ό,τι κ να έκανα κ να ήταν υπεύθυνος αυτός, ήταν λάθος. Μου έπεσε ποτήρι κ ήταν μπροστά; Ώρε, τι καντήλια θα άκουγα! Τελικά πήρε τον πούλο που του άξιζε (κάποια στιγμή να πω κ για αυτήν την ιστορία) κ εκ των πραγμάτων ο κος. Γιώργος ανέλαβε πολύ πιο ενεργό ρόλο. Ίσως να αισθάνθηκε άσχημα που επαναπαύθηκε κ άφησε τον άλλο να αλωνίζει.

Θυμάμαι την 1η φορά που τον είδα σε βραδινή εκδήλωση. “Ωπ, γεια σου μεγάλε! Πώς σε είπαμε;” “Χ” Μετά από λίγη σκέψη “Ε, λοιπόν, εγώ θα σε φωνάζω Νταμπίζα. Ίδιος είσαι, παιχταρά μου” Χαχαχα. Αθεράπευτος γαύρος ο κος. Γιώργος.

Κανείς μας δεν είχε όνομα, τελικά. “Πού είσαι, ρε αγόρι;” “Έλα, ρε κούκλε, τελείωνε με αυτό το φλάφλι(~)” Όλοι ήμασταν ή αγόρια ή κούκλοι.

Καμιά φορά ήμασταν κ τα δύο. Είχαμε ένα κοκταίηλ πάρτυ για μια ναυτιλιακή (γιόρταζαν κάποια νέα γραμμή;;) κ κάποια από το HR της εταιρείας είχε τη φαεινή ιδέα να το κάνει θεματικό: Αιγαίο, δίχτυα για ντεκόρ κ, φυσικά, τα σερβιτόρια ντυμένοι καπετάν-Αντρέας Ζέππος. Γυρίσαμε τα μανίκια μέχρι τον αγκώνα, ξεκουμπώσαμε υποχρεωτικά 1 κουμπί από τα πουκάμισα να φαίνεται η τρίχα, μας έβαλαν ένα υφασμάτινο ζωνάρι στη μέση κ για να δέσει το γλυκό μία ναυτική τραγιάσκα. Αφού μας κάνανε καρνάβαλους, περνάει ο κος. Γιώργος για επιθεώρηση. “Πώω! Κούκλος είσαι, αγόρι! Ένα τσιγκελωτό μουστάκι σου λείπει κ θα θερίσεις” Χαχαχα

 

Η βροχή κ τα τσιμπ0ύκια

Το 2ο σκηνικό που μας είχε πει κάποια άλλη στιγμή.

Ήταν, λέει, με τον κουμπάρο του, ας τον πούμε Κώστα. Ο Γιώργος είχε παντρέψει τον Κώστα, καθότι φίλοι από παλιά. Πήγαιναν με το αμάξι κ βλέπουν στο δρόμο “2 ξ€κωλιάρες, να μας κάνουν σινιάλα, έτσι κ αλλιώς κ αλλιώτικα” (ήτοι, 2 ιερόδουλες εν ώρα εργασίας). Τις παίρνουν, λοιπόν, κ τις πάνε επάνω στο Λυκαβηττό. Πού να χωρέσουν κ οι 4 μέσα στο αμαξάκι, δε χώραγαν καλά-καλά οι 2, βγαίνουν έξω. Οι άντρες όρθιοι κ περήφανοι να αγναντεύουν, τα κορίτσια πέφτουν στα γόνατα για το μεροκάματο. Είχε συννεφιά κ είχε πάρει να ψιχαλίζει, αλλά κανείς δεν πολυνοιαζόταν εν όψει της αρπαχτής. Ο κος. Γιώργος είχε γύρει πάνω στο καπώ κ απολάμβανε την ψιχάλα από τη μια κ το μεροκάματο από την άλλη. Σε μια στιγμή ακούει δίπλα του ένα χαστούκι παφ! κ βλέπει τον Κώστα ψιλο-έξαλλο “Άσε τη βροχή, μωρή! Εδώ σε θέλω, συγκεντρωμένη, μη δαγκώνεις”

 

Οι παλιοί

Μπορεί να φαινόταν μια δουλειά-αρπαχτή το εξτρατζιλίκι, αλλά δεν ήταν. Υπήρχε κόσμος, οικογενειάρχες, που στηρίονταν σε αυτό για να ζήσουν, ξέχνα μας εμάς τα νεόπουλα, τα ελεύθερα κ ωραία. Πάντα ότνα έβγαινε το πρόγραμμα, οι παλιοί κ αυτοί που ήταν σε οικονομικοί ανάγκη είχαν προτεραιότητα. Το τμήμα μπανκέ είχε κ μια λίγο στενότερη συνεργασία, λογω γνωριμιών, με ένα χλιδο-ξενοδοχείο στις Σπέτσες. Κάθε φορά που ζητούσε κόσμο για τη σαιζόν, πάντα πήγαιναν εξτρατζήδες που είχαν ανάγκη τη δουλειά, συστημένοι από τον κο. Γιώργο.

Δε σταματούσε, όμως, εκεί. Υπήρχαν κάποιοι εξτρατζήδες οι οποίοι ήταν,…πώς να το πούμε…, υπέρ του δέοντος μπήχτες κ πηδηχταράδες. Ιδίως ένας 40άρης, ζωή να έχει, γνωστός κ ως Νταλικιέρης (η day-job του) δεν είχε αφήσει τρύπα αβούλωτη. Η ταλαίπωρη η γυναίκα του μπορούσε κάλλιστα να μετοικήσει στο Ροβανιέμι, να σέρνει έλκηθρα. Ακόμα κ σε αυτές τις περιπτώσεις, το μπανκέ κ ο κος. Γιώργος μεριμνούσε κ έβαζε πλάτες για το πιστό προσωπικό: ένα τηλ. στη σύζυγο για πολύωρη εκδήλωση το ΣΚ, ένα άνετο δωμάτιο-προσφορά-του-καταστήματος στο ξενοδοχείο κ καλή διασκέδαση φίλε εξτρατζή.

 

Ντίρλα

Τα outside ήταν περιζήτητα ως μεροκάματα. Aντί για τα μόλις 1200 δρχ μικτά όταν δούλευες μέσα, έπαιρνες το αξιοζήλευτο (σχεδόν μυθώδες) ποσό των 1470 δρχ. Την ώρα. Τρελό χρήμα! Περισσότερα κ από όσα πλήρωναν τα McDonalds. Συν του ότι δε χρειαζόταν να παρακαλέσεις να καθήσεις πάνω από 8ωρο, να μαζέψεις καμιά δραχμή. Ήταν από μόνα τους πολλές ώρες, 14ωρα μέσα στο νερό.

Οι πολλές ώρες ήταν η ευχή, ήταν κ η κατάρα των outside. Έπρεπε να είσαι στο ξενοδοχείο από τις 14:00-15:00 για να φορτώσεις τα φορτηγά κ να επιστρέψεις την άλλη μέρα το πρωί κατά τις 05:00, 06:00, καμιά φορά κ στις 10:00, να τα ξεφορτώσεις. Όπως λέγαμε επιγραμματικά “μέρα μπαίναμε, μέρα βγαίναμε”. Τόσες ώρες συνεχόμενα αρβάλα-κουτρουβάλα, φόρτωσε-ξεφόρτωσε, στήσε-ξέστησε, σέρβιρε/χαμογέλα/έσω γρήγορος σε τσάκιζαν. Κ 23 χρονών να ήσουν, κ από γυμναστήρια να ερχόσουν, κ διπλές προπονήσεις να έκανες την υπόλοιπη εβδομάδα για την πλάκα σου, στο τέλος λύγιζες, τσάκιζες, έπεφταν τα χέρια από μόνα τους. Πόσο μάλλον εάν τύχαινε να πας κ σε εκδηλώσεις συνεχόμενα, δηλ. Παρ-Σαβ.

Στα outside αρχίσαμε να πίνουμε με το φίλο μου το Σ. Στην αρχή στη ζούλα κ για το καλό, μιας κ τα σκληρά(`) ήταν του πελάτη, κατά τεκμήριο αφύλακτα κ στην τελική καλύτεροι ήταν οι άλλοι που τρωγόπιναν; Κ ‘μας μανούλα μας γέννησε! Γρήγορα, όμως, διαπιστώσαμε μερικά ποτήρια βότκα με πορτοκάλι ή αντίστοιχα παγωμένα σφηνάκια, λειτουργούσαν σαν τα φυστίκια του Σούπερ Γκούφη. Τα-νταχ! κ ένα νέο είδος σερβιτόρου γεννιόταν. Ακούραστος, αδάμαστος, με πηγαίο κέφι κ ενθουσιασμό, με υπερφυσικές δυνάμεις κ ένα χαμόγελο στο πρόσωπο χαραγμένο με πλαστική εγχείρηση. ΟΚ, έκανε κ μερικά οχτάρια στην πορεία. Σηκώναμε με ένα χέρι κ στον ώμο καθρέφτες που υπό άλλες συνθήκες τους κουβαλούσαμε 2 άτομα. Παίρναμε αγκαλιά τις τσιμεντένιες βάσεις για τις ομπρέλες που με το ζόρι τις τσουλούσαμε. Η ντόπα μας για να τα βγάλουμε πέρα, να γίνουμε λίγο berserker. Παρακμή.

Τόσες φορές μας είχε πάρει πρέφα ο κος. Γιώργος, ποτέ δε μας έστειλε στο δι@ολο. Ίσως επειδή τον βόλευε που τραβάγαμε τόση δουλειά αγόγγυστα. Ίσως επειδή το κάναμε διακριτικά κ δεν κάναμε χοντράδες (τουλάχιστον όχι από τις χοντρές :-)). Ίσως πάλι επειδή ήξερε τι παίρναμε κ τι δίναμε σε αυτά τα Σαββατοκύριακα-κόλαση.

 

Σωτηρία

Είχα σταματήσει 2-3 χρόνια να πηγαίνω στο ξενοδοχείο. Είχα πιάσει πια την 1η μου κανονική δουλειά στο ΙΤ. Κάλυπτα τις οικονομικές μου ανάγκες, ίσως κ να είχα κάνει τον κύκλο μου, να με είχε κουράσει το ξενύχτι κ τα μεθύσια σα να μην υπάρχει αύριο. Πάντα, όμως, οι ιστορίες από το ξενοδοχείο αποζητούσαν ευκαιρία να τις πούμε σε μια παρέα κ να μας κάνουν να λυθούμε στα γέλια. Ώσπου μαθαίνω ότι ο κος. Γιώργος έπαθε καρδιακό επεισόδιο την προηγούμενη, επάνω στη δουλειά! Μου φάνηκε απίστευτο, λυγίζουν τα σίδερα; Αμέσως κανονίσαμε με το Σ. να πάμε την επόμενη στο Σωτηρία να τον δούμε. Πήγα με βαριά καρδιά, τι να αντίκρυζα;

Αντίκρυσα… το τπτ! Είχε σηκωθεί κ είχε φύγει, την επόμενη μετά το επεισόδιο, το σκυλί του πολέμου! “Ρε με τους μλκ! Μου ζάλισαν τα @@. Αυτοί θέλανε να με κρατήσουν μέσα καμιά βδομάδα, ενώ εδώ καιγόταν το μ0υνί μας από δουλειά!” Workaholic; Αυτοκτονικός; Απλώς μλκ; Αλήθεια, δεν ξέρω, πες ό,τι θες. Εγώ αυτό που κατάλαβα τότε, ήταν απλά κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να μην είναι όρθιοι, κάποια σίδερα δε λυγίζουν κ ας σκουριάσουν. Ίσως να αντέχουν την απίστευτη φωτιά, σαν το καλό μαντέμι. Για να σπάσουν μια κ καλή.

 

Ο μερτ

Η μόνη φορά που τον είδα χωρίς το κοστούμι με τα γυαλιστερά πέτα ήταν στη Λιβαδειά, στο πανηγύρι. Παραμονή 28ης, στήναμε τον πάγκο με το εμπόρευμα, να προλάβουμε να είμαστε έτοιμοι με τη λήξη της παρέλασης που θα πλάκωνε ο κόσμος($). “Πού είσαι ρε κούκλε;” ακούω τη μεταλλική φωνή πίσω μου. Χωρίς το γνώριμο κοστούμι κ σε αυτό το απρόσμενο περιβάλλον, έπρεπε να κοιτάξω 2 φορές για να αναγνωρίσω το οστεώδες πρόσωπο με τα πυκνά, ψαρά μαλλιά. Ο κουμπάρος του είναι από Λειβαδιά, είχε πάει να τον επισκεφτεί για ΣΚ κ έκαναν μια βόλτα στο πανηγύρι. Αφού δόθηκαν οι απαραίτητες εξηγήσεις για το τι κάνω με πάγκο στη μέση του πουθενά, ακολούθησε η κλασσική ατάκα “Αγόρι, παραμονές Χριστουγέννων κ Πρωτοχρονιάς έχεις κανονίσει κάτι; Έρχονται εκδηλώσεις-κόλαση! Θα έχουμε πάρτυ από κολλέγια, πάρτυ του ξενοδοχείου με DJ, σαμπάνιες, γκόμενες, μοντέλες, χαμός! Να σε υπολογίζω, έτσι;” Με 5 λέξεις με έψησε ο κυρ-Γιώργος. 🙂

Αφού έφυγε, με πλησιάζει ο πατέρας μου.

– Αυτός είναι ο μερτ;

– Ο ποιος;;;

– Ο μερτ, του ξενοδοχείου.

– Ναι, αυτός είναι ο… μερτ.

– Μα δε μοιάζει με μερτ.

– Αλλά;… Με τι μοιάζει;

– Αυτός μοιάζει με αγρότη.

Ο πατέρας μου έχει πάντα τον τρόπο του να με εκπλήσσει με τις παρατηρήσεις του. Πολύ εύστοχη!

 

Μια λέξη

Από τότε που σταμάτησα να δουλεύω στο ξενοδοχείο, σχεδόν 9 χρόνια τώρα, δεν τον είχα ξαναδεί. Όλο λέγαμε με το Σ. να πηγαίναμε καμιά βόλτα από εκεί, να δούμε τον κόσμο από τα παλιά κ όλο το αναβάλλαμε. Δεν ξέρω αν είχε αλλάξει ο κος. Γιώργος, αν τα ψαρά του μαλλιά είχαν γίνει άσπρα από την αδυσώπητη δράση νικοτίνης κ άγχους. Δεν ξέρω καν πώς έφυγε. Ελπίζω να έφυγε όρθιος, με το πλάνο στα χέρια, διευθύνοντας μια διμοιρία κόσμο, γρήγορα, όχι ανήμπορος κ ακίνητος, σε κάποιο κρύο δωμάτιο νοσοκομείου. Δεν έχει σημασία, εγώ έχω επιλέξει πώς θα τον θυμάμαι.

Κάπου είχα διαβάσει (νομίζω σε κάποια μόνιμη στήλη της Καθημερινής) ένα λακωνικό επικήδειο που είχε εκφωνηθεί κάποτε για ένα Γερμανό: ein Mann, ein Mensch, ein Herr(&). Δε θα μπορούσα να φανταστώ καλύτερη περιγραφή για τον κο. Γιώργο. Από την άλλη ξέρω πως θα χαμογέλαγε περιπαικτικά εάν το άκουγε “Σιγά ρε Νταμπίζα! Θα κάνει λεκέ η μοκέτα από τα δάκρυα”. 

Δε θα πω “ας είναι ελαφρύ το χώμα” κ όλα τα σχετικά. Για κάποιους ανθρώπους δεν κλαις, πάντα τους σκέφτεσαι κ χαμογελάς, ποτέ δε χρειάστηκαν ευχές. Εάν δεν υπάρχει μετά, τότε ησυχάζει από το άγχος κ τις βλακείες του κάθε πελάτη κ της κάθε χοντροκώλας. Εάν υπάρχει κάτι, τότε είμαι σίγουρος ότι τους έχει στρώσει όλους στη δουλειά, το σακάκι πεταμένο σε μια γωνιά, με σηκωμένα μανίκια κ το πλάνο στα χέρια. Ίσως να έχει προλάβει να αυγοκόψει κ 2-3 αγγέλες στα διαλείμματα.

 

Αντίο, κε. Γιώργο.

 

 

(*) Ο ελάχιστος αριθμός ατόμων που θα πληρωθούν έτσι κ αλλιώς από τον πελάτη, έρθουν-δεν-έρθουν. Με αυτό κανονίζεις τα πάντα όλα: από τραπέζια κ ποτήρια, μέχρι μερίδες κ σερβιτόρους.

(@) Ο αρχισερβιτόρος, μόνιμος υπάλληλος του ξενοδοχείου, σε αντίθεση με εμάς του εξτρά, ωρομίσθιους σερβιτόρους (κοινώς, κωλο-εξτρά)

(#) School-room: μακρόστενα τραπέζια, σε διάταξη όπως η σχολική αίθουσα. Ψαροκόκκαλο: τα μακρόστενα τραπέζια είναι με κλίση ως προς το νοητό άξονα της αίθουσας, όπως τα κόκκαλα του ψαριού

($) Οικογενειακή επιχείρηση, άλλη μεγάλη ιστορία.

(%) Εκδηλώσεις εκτός χώρου ξενοδοχείου, στο χώρο του πελάτη. Πώς λέμε “ξανθός σερβιτόρος στο χώρο σου αβάδιστα-αβίαστα-αατο-ααβα”

(^) Από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια κακού κ ράθυμου σέρβις

(|) Head table, το τραπέζι του ζευγαριού/συμπεθέρων/κουμπάρων. Πάντα παραλληλόγραμμο, κάθονται όλοι από τη μία πλευρά, ώστε να αγναντεύουν όλη την αίθουσα.

(~) Εκ του flufflie, ήτοι το τραπεζομάντηλο στρωμένο “φουντωτό”, με δίπλες επάνω στο τραπέζι, για να πέφτουν ανάμεσα τα ψίχουλα κ να μη φαίνονται.

(`) Σκληρά ποτά: βότκα, ουΐσκι, τζιν,… Σε αντίθεση με τα μαλακά: κρασί κ μπύρα

(&) Ένας άνδρας, ένας άνθρωπος, ένας κύριος

Advertisements

1 σχόλιο »

  1. Νίκος said,

    Τι αναμνήσεις μου έφερες. 1987 με 1990 εκανα τα δικά μου εξτρα. Intercontinental, Πεντελικο κλπ.

    Νά’σε καλά!!


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: