Μαΐου 4, 2009

Λόγια του βαγονιού

Posted in Άνεμοι κ Ύδατα, Vignettes σε μαύρο καμβά στις 8:41 μμ από perissos

10 παρά κ περιμένω το μετρό. Συνειδητοποιώ ότι την αποβάθρα προς κέντρο τη βλέπω τις τελευταίες εβδομάδες έρημη, καθώς επιστρέφω αργά, αργά κ 20, πολύ αργά παρά τέταρτο. Κάποιες φορές δεν τη βλέπω κ καθόλου, καθώς μου τη βιδώνει κ πάω περπατάδην σπίτι. Κίνηση ανάγκης στην αέναη μάχη με τον αδυσώπητο σκεμπέ.

Βάζεις ένα στόχο κ τον ακολουθείς. Πρέπει. Πρέπει να τελειώσεις τη δουλειά, πρέπει να πληρωθείς, τα χρειάζεσαι αυτά τα χιλιάρικα, το θες το αυτοκίνητο, το βαρέθηκες το μετρό, αρκετά με το χάσιμο χρόνου.
Κ έχουν περάσει βδομάδες κ μήνες, άρχισες φθινόπωρο κ κοντεύει να τελειώσει η άνοιξη, έφευγες νύχτα κ τώρα φεύγεις μέρα αλλά πάλι νύχτα είναι, η ζουζουνίτσα ψάχνει το ζουζουνίτσο αλλά εσύ είσαι μέσα εκείνη την ώρα, οι μέρες γίνονται ένας πολτός κ οι ώρες σου pulp fiction αλλά χωρίς πυροβολισμούς κ niggaz, μόνο τις μέρες να μετασχηματίζονται μαγικά σε βδομάδες με ορόσημο τα πεταμένα φύλλα της νέας A.V. στο συρτάρι, να περιμένουν να τυλίξουν τα επόμενα λαχανικά να τα κρατήσουν φρέσκα στο ψυγείο κ αυτά με τη σειρά τους να μαγειρευτούν με έναν μίζερο τρόπο των βαρεμένων 20′ λεπτών στις 12 παρά, ενόσω η πεταλουδίτσες/οι είναι κάπου έξω, χωρίς να πασχίζουν να ξεκλέψουν μισή ώρα χαζέματος online για να μην πουν ότι πήγαν για ύπνο χωρίς να κάνουν τπτ, ενώ εσύ ξέρεις προκαταβολικά ότι αύριο πάλι θα αγνοήσεις το ξυπνητήρι κ θα πας αργοπορημένος, δεν είσαι σίγουρος αν έχει αλλάξει το βιολογικό σου ρολόι ή αν αναβάλεις το ξύπνημα όπως τρενάρεις το κρύο πρωινό ντους, προσπαθώντας να θυμηθείς σαν τον κόκκορα του Αρκά από πού μπήκες σε αυτό το αδιέξοδο.

Ντουκ-ντουκ, ντουκ-ντουκ, ντουκ-ντουκ, mind the gap, το τραίνο δρομολογείται ως την Ομόνοια, προσέχετε τα προσωπικά σας αντικείμενα. Τη ζωή σας, όμως;

Αισθάνεσαι το δοχείο άδειο, πάσχισες να το αδειάσεις, η ζωή είναι συγκοινωνούντα δοχεία, να ανοίξεις τη στρόφιγγα να συμπληρώσεις από δίπλα, αλλά κ το δίπλα δοχείο άδειο κ το παραδίπλα, είχες ξεχάσει να κλείσεις τα καπάκια, το κούνημα του τραίνου τα κουρτάκησε κ χύθηκε απ’έξω, ένιωσες κιμπάρης κ τα κλώτσησες να δεις πόσο αντέχουν. Ε, λοιπόν, δεν!

Κατηφορίζω προς το σπίτι, μόνο οι σόλες ακούγονται να τρίζουν στην άσφαλτο. Ένας πισωκουτάς περνάει στο δίπλα στενό. Ώρα να μπω σπίτι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: