Μαρτίου 18, 2008

Παλιμπαιδισμός

Posted in Άνεμοι κ Ύδατα στις 10:42 μμ από perissos

Ποιος να μου το έλεγε 10 χρόνια πριν ότι θα χαζο-κουνιόμουν πάνω σε ένα σκαμπώ στην κουζίνα μου, ακούγοντας psychedelic mixes, βλέποντας fractals στην οθόνη του laptop, περιμένοντας τα λαχανικά να ψηθούν.

Γ@μάει το trance κανάλι του di.fm!

Δώσεεεεεεεεεε!!!

Μαρτίου 17, 2008

Καμιά πατρίδα για…

Posted in Άνεμοι κ Ύδατα, Κοινωνία στις 1:34 πμ από perissos

anton.jpg

Έφυγα από την αίθουσα με ένα πλάκωμα στο στήθος, ένα πνίξιμο.
Δεν ήταν τόσο για το κρεσέντο θανάτων.
Ούτε για την αδυσώπητη μεθοδικότητα κ το παγωμένο βλέμμα του Μπαρδέμ (που υποσυνείδητα περίμενα να δω πίσω μου στην αντανάκλαση στο σκοτεινό τζάμι).
Θυμήθηκα μία φράση από την ταινία Grand Canyon, λίγο αφότου ο Danny Glover έχει σώσει τον Kevin Klein από βέβαιο θάνατο, ποντίκι στα χέρια έφηβων γάτων.
Πάνω-κάτω έλεγε

Κολυμπάς στη θάλασσα κάθε μέρα κ σου αρέσει. Ώσπου μία μέρα συναντάς ένα λευκό καρχαρία κ σε σκοτώνει. Δε φταις ούτε εσύ, ούτε ο καρχαρίας. Αυτή είναι η φύση του, απλά συνέβη.

Αυτό είναι το πνίξιμο που νιώθω· ο ωκεανός γύρω μου.

Αλήθεια: η «ασήμαντη αφορμή» είναι που με κάνει Homo sapiens sapiens;

Μαρτίου 3, 2008

Θωμά, είσαι σπίτι;

Posted in Άνεμοι κ Ύδατα, Ελλάδα, Ταξίδια στις 3:29 πμ από perissos

Ανάκατες πόλαροϊντ από τα 2 τελευταία ΣΚ

Τράκτορες κ μπαλόνια

Έξω από την κεντρική εκκλησία του Διακοπτού είναι παρκαρισμένοι 5, 6, 7 τράκτορες· παντρεύεται ένας νταλικιέρης, οι συνάδελφοι ήρθαν να του ευχηθούν.
Αστράφτουν κάτω από το αδύναμο φως. Έχουν κρεμάσει πίσω τους κορδέλες κ μπαλόνια, αντί για τρέιλερ με εμπορεύματα.
Ο γάμος σχολάει, τα θηρία ξυπνάνε. Κάνουν κομβόι στα στενά δρομάκια του Διακοπτού, μαρσάρουν κ κάνει 4 ρίχτερ, βαράνε τις κόρνες κ σαλπάρει το καράβι.
Είμαστε πίσω τους, μαζί με την υπόλοιπη γαμήλια πομπή. Κορνάρουμε κ εμείς με΄σα στο σωρό.
Οι Διακόπτες είναι στα παράθυρα να χαζέψουν. Τους χαιρετάμε μέσα στην καλή χαρά, ως οι επίτιμοι καλεσμένοι.
Το κομβόι ξεκινάει προς Ελαιώνα, τους προσπερνάμε, οι τράκτορες κατάφωτοι σαν πλοία τα 15αύγουστο.
Πού πάμε;!;!;
Κάνω στην άκρη με αλάρμ, τα στολισμένα θηρία με τους στολισμένους δικούς τραντάζουν το αμάξι περνώντας δίπλα μας, χάνονται στο βάθος.
Κάνω αργά επιτόπου μέσα στο σκοτάδι.

Να προλάβουμε τη μέρα
Το Αστράκι λιώνει με 150 στην Κορίνθου-Πατρών, 87 Κένταυροι κ 3 γαϊδούρια κάτω από το καπώ.
Πόσο αίμα να έχει χυθεί σε αυτόν τον καταραμένο δρόμο;
Έτρεχαν όλοι να προλάβουν «όσο είναι ακόμα μέρα», όπως εγώ;
Η Μ. βάζει το «Πάμε Χαβάη» στο μεγάφωνο του κινητού, σαν τα 15χρονα στο δρόμο.
Προσπεράσματα καθρέφτη-με-καθρέφτη, χασκόγελα όσο παίζω 2 ζωές κορώνα-γράμματα.
«Πάμε Χαβάη, με μία ρόδα»

Ο φονιάς της μπλε Θέτιδας
Κατεβαίνω τη μπλε πίστα δίπλα από τη Θέτιδα.
Ένα μικρό κοριτσάκι κατεβαίνει με τον πατέρα του, Μία λάθος στροφή κ βρίσκεται μπροστά μου.
95 κιλά ηλίθιας σαστισμάρας, 1 τρομαγμένο κουνελάκι κ μία πλαγιά λευκή γρανίτα κάτω από τα πόδια μας.
Το φουρνίζω με τα σκι κ πέφτω από πάνω του. Νιώθω ότι η λάμα το χτύπησε αλλά πού;
Έρχεται ο πατέρας του εξαγριωμένος: «έπρεπε να σε έριχνα, ρε μαλάκα, αλλά σε λυπήθηκα».
Σηκώνει το κοριτσάκι που είναι έτοιμο να κλάψει περισσότερο από το βουβό πανικό μου, παρά από τον πόνο.
Η λάμα το βρήκε 1-2 εκατοστά κάτω από εκεί που τελειώνει η μπότα.
Βλέπει ότι το παιδί είναι καλά κ μου κάνει νόημα να το βουλώσω, μην το τρομάξουμε κ άλλο.
Φεύγουν κ μένω μόνος πάνω στο χιόνι με τα πεδιπλωμένα Salomon κ τα υποτιμητικά βλέμματα των γύρω.
Φέρνω νοερά τον εαυτό μου στη θέση του πατέρα. Καταλήγω ότι είμαι τυχερός που δεν κρατούσε μπατόν· θα μου το κάρφωνα στο λαιμό χωρίς 2η σκέψη.

Αντάρα
Προχωράω αργά-αργά στη μπλε περιφερειακή, δεξιά από τη Δάφνη.
Ένας φιδογυριστό δρομάκι ανάμεσα στα έλατα.
Ο ήλιος δεν έχει βγει σχεδόν καθόλου σήμερα.
Η συννεφιά φέρνει αέρα, ο αέρας αντάρα.
Η καταχνιά θολώνει το βλέμμα, μία ανεβαίνει, μία κατεβαίνει, όπως τη μετακινεί ο αέρας.
Παίρνω μία βαθιά ανάσα, ο αέρας είναι πηχτός κ παγωμένος, η υγρασία μου ξυπνάει τα πνευμόνια.
Σα να εισπνέω κάτι ζωντανό, κάτι που πνίγει όλους τους ήχους κ με αφήνει μόνο μου για λίγο μαζί του.

Λεμονιές
Ένα μικρό ξενοδοχειάκι, σε ένα μικρό χωριουδάκι.
Φτηνές πόρτες, φτηνά κρεβάτια, φτηνά σκεπάσματα, καμία διακόσμηση, χωρίς πρωινό.
Πήρα ό,τι ακριβώς πλήρωσα κ χαίρομαι για αυτό.
Θα ξαναπαώ.
Στα σαλέ του μία-βραδιά-ένα-βδομαδιάτικο πάλι, όχι.
Μυρωδάτη σάρκα, βαριές ανάσες, βαθύς ύπνος.
«…μπρατσάκια, πετσέτες σε ωραίο χρώμα» ξανά κ ξανά

Το τραινάκι του Lothlorien
Στάση για φαγητό στη Ζαχλωρού.
Ένα όνομα σε μία σκουριασμένη ταμπέλα που προσπέρασα τόσες φορές, μετατρέπεται σε ένα φιδίσιο δρομάκο, κάτω από απειλητικά κομμάτια γρανίτη.
Παρκάρω δίπλα σε ένα μαγικό τοπίο.
Δεν είναι δυνατόν το τραίνο να περνάει κ να κάνει στάση εδώ, βλέπω τόση ομορφιά που νιώθω σα φιγούρα σε διόραμα της Marklin.
Καθόμαστε σε μία μικρή ταβέρνα, μία παλικαρίσια μερίδα ζυγούρι με χυλοπίτες με περιμένει.
Στο τζάκι ένα αγκωνάρι σιγοκαίγεται κ από τα ηχεία ένας κλώνος του Ράδιο-Μπλάκμαν αφιερώνει παντελώς άγνωστα σκυλάδικα σε φαντάρους κ κολλητούς, κάνοντας σεγόντο στον τραγουδιστή.
Σκέφτομαι τους νταλικιέρηδες από το γάμο.
Βγαίνουμε έξω ενόσω σουρουπώνει, τα σχήματα κ τα χρώματα αρχίζουν να θολώνουν κ να σμίγουν, σα λάδια σε καμβά.
Κοιτάζω κάτω τον Βουραϊκό. Περιμένω να δω κάποιο Elf στις όχθες του.

Φωνές στο σκοτάδι
Περπατάμε στα στενά του Διακοπτού, ψάχνοντας να βρούμε κάπου να καθήσουμε.
Τα μόνα σημεία με τζέρτζελο είναι η καφετέρια του σταθμού με ένα οργιαστικό παιδικό μασκέ πάρτυ κ ένα καφέ μπαρ, κλεισμένο για το μασκέ του συλλόγου γονέων.
Τι να μπούμε να πούμε: γεια σας, γείτονες, ντυθήκαμε Αθηναίοι;
Γυρνάμε προς το σταθμό, ψάχνοντας για ένα μέρος που δε δείχνει παρακμιακό
Από ένα στενό παράδρομο ακούγονται φωνές «ξεκωλιάρα», «βούλωσέ το», «αντε γαμήσου», «βρωμιάρα».
Όλα, όμως, τα σκεπάζει μια παιδική φωνή. Καλεί σε βοήθεια απελπισμένο.
Βγαίνει στο δρόμο από το σκοτάδι ένα 10χρονο κοριτσάκι, σε κατάσταση αλλοφροσύνης:
«πού είναι η αστυνομία, βοήθεια, μία τρελή ήρθε να σκοτώσει τη μαμά μου, η κοιλιά μου».
Προσπαθούμε να βγούμε από το state έχω-μείνει-μαλάκας κ προσπαθούμε να του μιλήσουμε. Μάταια, σπαράζει λες κ δεν υπάρχουμε, είναι κατακόκκινο λες κ θα πάθει εγκεφαλικό.
Χάνεται πάλι στο σκοτάδι, προς τις φωνές.
Ένας ντόπιος απαντάει ράθυμα ότι η αστυνομία θα έρθει από το Αίγιο.
Η Μ. θέλει να πάει να βοηθήσει, εγώ να μην ανακατευτώ.
Πηγαίνουμε διστακτικά με τον ανόρεχτο ντόπιο προς τις φωνές. Κ αν κινδυνεύει το παιδί;
Ανεβαίνουμε μία σκάλα κ βλέπουμε 2 γυναίκες κ ένα νεαρό άντρα, μπροστά σε μία πόρτα. 3 αγάλματα μίσους κ ταπεινών αισθημάτων κ ανάμεσα τους το παιδί να γυρίζει σα σφίγγα.
Στεκόμαστε αμήχανα στο πλατύσκαλο, μπροστά στο κλασσικό οικογενεικό ξεκατίνιασμα. Τα εν οίκω μη εν δήμω, αλλά να που ο δήμος ήρθε απρόσκλητος.
Η μάνα του παιδιού γυρνάει να μας παρουσιάσει το δίκιο της, ο άντρας μανιασμένος να μας ζητήσει το λόγο.
«Το παιδί δεν το βλέπετε πώς κάνει;;» Τι άλλο να πεις; Τι άλλο να κάνεις;
10 σκαλιά μας χωρίζουν από την πόρτα. Τι δουλειά έχει ο θεατής στη σκηνή του δράματος;
Έρχονται σιγά-σιγά κ οι δευτεραγωνιστές: η γιαγιά, οι συγγενείς. «Πάρ’τε το παιδί, τουλάχιστον».
Οι θεατές φεύγουν, το ίδιο αμήχανα όπως ήρθαν.
Λίγο μετά, προσπαθούμε να κάνουμε αναλύσεις για τις κλειστές επαρχιακές κοινωνίες που ξέρουν αλλά δεν κάνουν τπτ.
Λες κ εμείς πάμε αμέσως στο δίπλα διαμέρισμα, όποτε σκοτώνονται.
Α, ναι. Το κοριτσάκι ήταν ντυμένο πριγκίπισσα για το μασκέ πάρτυ.

Από wedge σε παράλληλο
Προσπαθώ να γυρίσω από wedge σε παράλληλο κατέβασμα.
Είμαι πολύ περήφανος για τον εαυτό μου που έχω καταφέρει να πέφτω μόνο 1-2 φορές τη μέρα, χωρίς καθόλου δάσκαλο του σκι.
Αλλά, ρε γμτ, υπάρχει αυτό το κάτι που λείπει. Αυτό το κλικ της αυτοπεποίθησης.
Σε μία στροφή νομίζω ότι το έχω, στην άλλη πάλι πασχίζω να φτιάξω την ισορροπία πάνω στην κίνηση.
Το καταλαβαίνω ότι αυτό που κάνω είναι ένας αχταρμάς από wedge, carving, skidding κ κοφτές στροφές, λες κ είμαι σε μαύρη πίστα.
Αναπτύσσω ταχύτητα. Με πόσα να πηγαίνω κ μεθάω τόσο; 255 μίλια την ώρα, που λέει κ ο Σ;
Ο αέρας βουΐζει στα αυτιά μου κ το καρτελάκι των λιφτ χτυπάει σαν τρελό το πρόσωπό μου.
Μου θυμίζει να αρχίσω να καρδιοχτυπάω για το σταμάτημα.
Αν καρφωθεί το πέδιλο στη γρανίτα θα γίνω Ζούπερμαν κ θα καρφωθώ με το κεφάλι.
Οι τετρακέφαλοι με καίνε.

Το τελευταίο γάβγισμα
Κατεβαίνω προς το σταθμό Πευκάκια, να προλάβω το τελευταίο τραίνο.
Περνάω δίπλα από τη μονοκατοικία στη γωνία.
Ο σκύλος δεν όρμησε μανιασμένος στα σύρματα.
Παλιά, όποτε πέρναγα, τον έπιανε λύσσα κ αρκετές φορές τον είχα σιχτιρίσει που με έκανε να πηδάω κυριολεκτικά έξω από τις αφηρημένες σκέψεις μου.
Τώρα το μόνο που άκουσα ήταν ένα βραχνό, γέρικο αλύχτισμα από το βάθος του κηπάκου.
Πότε ήταν που πέρναγα; Πού πήγαινα; Πόσα χρόνια πριν; Δεν μπορώ να θυμηθώ…

Κινέζικη ζωγραφιά
Μετά το Μέγα Σπήλαιο, στην ανηφόρα πριν ξεκινήσει η κατάβαση προς εθνική.
Ο ήλιος δύει.
Οι βουνοκορφές θολώνουν, 1 εδώ, 1 άλλη λίγο πιο πίσω, 1 3η στο βάθος ακόμα πιο αχνή.
Γκρίζα περιγράμματα σε όλο κ πιο ανοιχτές αποχρώσεις, γαλάζοκίτρινος ουρανός, σύννεφα.
Αφαιρετική ομορφιά, σαν κινέζικη ζωγραφιά.
«…give me a break!» για 100στη φορά σε 2 μέρες.
Με τέτοια εικόνα, μέχρι κ η Πρωτοψάλτη ακούγεται ωραία.