Μαΐου 29, 2007

Το τριήμερο του ύπνου

Posted in Άνεμοι κ Ύδατα στις 12:10 πμ από perissos

Ναι, όντως!
Ενώ κόσμος κ λαός οργάνωσε την έξοδό του από το κλεινόν άστυ εγώ έμεινα μέσα κ το έριξα στον ύπνο (ανάμεσα στα άλλα).

Η αρχή έγινε από το βράδυ Παρ προς Σαβ. Κάτι με πιάνει τις τελευταίες Παρ κ το ρίχνω στη μαγειρική με το που γυρίσω σπίτι από το γραφείο. Το γεγονός ότι την επόμενη δεν είναι εργάσιμη μου δημιουργεί ένα μαγειρικό οίστρο της κακιάς ώρας. Κ ναι μεν η μαγειρική είναι δημιουργία κ ξεκουράζει, αλλά τι κάνεις μετά τη δημιουργία σου; Τόσα χρόνια κατήχησης για τα παιδάκια στην Αιθιοπία δεν έχουν πάει χαμένα, κάποιος πρέπει να το φάει. Οπότε όλες οι θερμίδες που έχω γλυτώσει με την εβδομαδιαία προσεγμένη δίαιτα προσλαμβάνονται μονοκοπανιά.
Αυτήν την Παρ μου είχε κολλήσει να αξιοποιήσω με κάποιον τρόπο τους κύβους κρέατος κ τα ζυμαρικά που κάθονταν υπομονετικά στο ντουλάπι. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ογκώδες τηγάνι στριφτά ζυμαρικά κ ένα μπωλ καυτός ζωμός με τραχανά να μουλιάζει. Τα σαγόνια μου χτύπησαν διπλοβάρδιες, κουράστηκα με τόσο φαΐ.

Image(01)

Εκεί που περίμενα ότι θα πέσω σέκος στο κρεβάτι να χωνεύω σαν το φίδι, ήρθε άλλο ένα σημάδι ότι το mooonlighting έχει αρχίσει να επηρρεάζει το βιολογικό μου ρολόι. Η πολυπόθητη νύστα ήρθε κατά τις 2+ με το ενδιάμεσο διάστημα να έχει γεμίσει από ατέλειωτη κωλοβάρα στο διαδίκτυο κ με εμένα να κατουριέμαι στα γέλια βλέποντας τον Blackadder στο YouTube. Για δουλειά ούτε λόγος.
Μετά από ένα τόσο κουραστικό βράδυ, επακολούθησαν ούτε μία, ούτε 2 αλλά 11 ώρες ύπνου, σα να λέμε «εκατό χιλιάδαι δίσκοι». Ξύπνησα 2-3 φορές από το βιολογικό μου ρολόι, αλλά ξαναέπεσα ηθελημένα κ κοιμήθηκα. Το σκαμμένο κ βαθουλωμένο μου πρόσωπο ήρθε κ πρήστηκε, ξανάνιωσα, βρε παιδί μου. Θαυματουργές αυτές οι βιταμίνες, αρκεί να κοιμάσαι 12ωρα. Μουάχαχα. Εκεί που ανησυχούσα για το χιλιοειπωμένο λόγο «ταλαιπωρήσε, βρε παιδί μου, κουράζεσαι» από τη μητέρα μου, άκουσα σχεδόν κολακευτικά σχόλια. Πάει καλά!

Το βράδυ του Σαβ δε σημαδεύτηκε από τη χαΛαρή βόλτα στο τρίγωνο Θησείο-Μοναστηράκι-Ψυρρή, αλλά από ένα όνειρο που είδα το βράδυ. Το γεγόνός ότι μου έκανε εντύπωση κ μπήκα σε site ονειροκρίτη κρίνεται ιδιαιτέρως ανησυχητικό, αλάνθαστο σημάδι ότι αρχίζω κ φυραίνω. Κάποια φλάντζα αρχίζει κ στάζει παραφλού… Αν, πάντως, είσαι περίεργος να μπεις στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς, μπορείς να ανατρέξεις στο technical annex στο τέλος της παρούσης για μία ανεπανάληπτη υπερπαραγωγή.

Η Κυρ με τη σειρά της ήταν ακόμα πιο χαλαρή. Μετά από το σύνηθες πρωινό των 2 ωρών (ομελέττα, τομάτα, φρυγανισμένο ψωμί, χυμός, κρουασάν κ δε συμμαζεύεται) επακολουθησε εκδρομή για καφέ στην Ελευσίνα.
Οφείλω να το ομολογήσω, είμαι άνθρωπος της συνήθειας: πάω για ψώνια στο ίδιο μαγαζί μέχρι να βαρέσει κανόνι, πάω για καφέ στα ίδια μέρη. Γενικότερα, λοιπόν, η Δυτική Όχθη μόνο σποραδικά περιλαμβάνεται στο χάρτη των εξόδων μου. Λίγο οι κακοτράχαλοι κ παρατημένοι δρόμοι, λίγο οι Παλαιστίνιοι που τους θεωρούν ιδιοκτησία τους, με τσιπαρισμενα Punto κ 1000άδες Watt στο πορτ-μπαγκάζ. Τέρα Πέτρα κ αν. Η Ελευσίνα, λοιπόν, ήταν σχεδόν σαν υπέρβαση…

Στην Ελευσίνα είχα πάει για 1η (κ τελευταία) φορά πριν από σχεδόν 12 χρόνια, όταν οργώναμε την Αττική ανακαλύπτοντας κάθε πιθανό κ απίθανο θρησκευτικό πανηγύρι. Το πανηγύρι της Ελευσίνας μας είχε βάλει μέσα «με το κεφάλι», οπότε δεν το ξανατιμήσαμε με την παρουσία μας. Αυτό που μου έμεινε από εκείνα τα αποπνικτικά μεσημέρια στο πεζοδρόμιο έξω από ένα σχολείο ήταν

  • ο μεγάλος αριθμός ρωσοπόντιων
  • ο ακόμα μεγαλύτερος αριθμός γύφτων
  • οι τεταμμένες σχέσεις ανάμεσα στους δύο προηγούμενους κάθε ηλικίας. Ποτέ μου δεν κατάλαβα αν αυτή η σχέση (στ)οργής ξεκίνησε από τις ανταγωνιστικές εμπορικές σχέσεις στα ανα την Ελλάδα πανηγύρια ή από το ότι μοιράζονται πάνω-κάτω τον ίδιο γεωγραφικό χώρο στη Δυτ. Αθήνα
  • το γεγονός ότι, τότε, τα ποδήλατα ήταν για την ελευσίνεια πιτσιρικαρία ό,τι ήταν τα παπιά για όλη την υπόλοιπη αθηναϊκή
  • μια αμυδρή εικόνα από μεγάλες χλιδάτες καφετέριες φάτσα στην παραλία, μπροστά σε καρνάγια

Αυτή η τελευταία εικόνα απόλυτης αντίθεσης, θολωμένη γλυκά από την άχλυ τόσων ετών, με έκανε να μας κατευθύνω προς τα εκεί. Αντίθετα από τις δυσοίωνες προβλέψεις, σε λιγότερο από 20′ χαλαρής αδήγησης ήμασταν εκεί κ παρκάραμε κατά τις 16.00.

Ησυχία. Απόλυτη ησυχία.
Αυτό είναι που θα σου κάνει απόλυτη εντύπωση από τα πρώτα βήματα, φίλε χαμουτζή. Κόσμος ελάχιστος στους δρόμους, στα παγκάκια κ τις καφετέριες. Η μουσική είναι χαμηλά, αυτοί που είναι έξω μιλάνε χαμηλόφωνα, ένα αυτοκίνητο περνάει αραιά κ πού. Λες κ είμαι σε μεξικάνικο χωριό, περιμένω από στιγμή σε στιγμή ο αέρας να φέρει στο πλάνο μία μπάλα από θάμνο της ερήμου (οκ, το μάμησα, αλλά καταλαβαίνεις τι θέλω να πω). Θέλοντας κ μη, αρχίζεις κ εσύ να μιλάς χαμηλόφωνα, λες κ πίσω από τα κλειστά παράθυρα κοιμούνται μωρά. Μα πού είναι όλος ο κόσμος; Κοιμούνται ή η γειτονιά ερήμωσε; Κ αν ερήμωσε, όλες αυτές οι καφετέριες από ποιον ζουν; Ποιανού είναι όλα τα κωλοφτιαγμένα τουτου κ τα ζόρικα στριτ αραγμένα στην αράδα; Για ποιον έγινε αυτός ο όμορφος πεζόδρομος δίπλα στα αρχαία; Πώς θα συντηρηθούν όλα αυτά τα μαγαζιά που φτιάχνονται δίπλα στα υπάρχοντα;

Φτάνουμε στην παραλία ή μάλλον στο μικρό λιμάνι της Ελευσίνας. Η εικόνα που είχα στο μυαλό μου επιβεβαιώθηκε κατά το ήμιση. Ράθυμοι καναπέδες, ντιζαϊνάτες πολυθρόνες, πικάντικα love-seats άπλωναν δελεαστικά τα μπράτσα τους, μέσα σε χλιδάτα πολύχρωμα ντεκόρ. Όλα για να ξεκουράσουν το καλλίγραμο ελληνικό κορμί σου, που είχε την ατυχία να γεννηθεί κουρασμένο. Χαχαχα!
Πολλά χρήματα έχουν πέσει σε αυτό το μέρος! Είναι δυνατόν να συντηρούνται με τους 5 πελάτες, ένας ανά 20τ.μ; Τέσπα, δύσκολες σκέψεις κ ο ήλιος βαράει. Μία κούνια κήπου κάτω από φοίνικες φάνηκε ιδανική για να βοήθησει αβίαστα-άκοπα-αβάδιστα στο δύσκολο task της ξεκούρασης από… εμ, τον ύπνο.
Είπαμε, ως λαός είχαμε 3 συλλογικές ατυχίες:

  • το ότι γεννιόμαστε κουρασμένοι μετά το Τσερνομπίλ
  • την τουρκοκρατία
  • κ το ότι δεν υπάρχει κράτος

Μία Χ.Ε. είναι το απαραίτητο αξεσουάρ τέτοιων στιγμών για να νιώσεις απροσμέτρητη αισιοδοξία όσον αφορά την απόκτηση του ιδανικού σπιτιού κ της αντίστοιχης εργασίας.

Image(02) Image(02) Image(04)

Κατά τις 19.00 – 20.00 ήρθε κ η απάντηση στο βασανιστικό ερώτημα «με πού είναι οι ελευσινιώτες;;;». Κοιμόσαντε! Μόλις έπεσε ο ήλιος βγήκαν στο σεργιάνι, σαν τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή. Καφετέριες, φαγάδικα κ ταβέρνες γέμισαν με κόσμο κ η μουσική δυνάμωσε μέσα στη χαρούμενη χάβρα.

Το βράδυ της Κυρ προς Δευ είχε ένα δεύτερο high-score υπνοκατάνυξης, άλλες 12 ώρες. Ελπίζω οι πυκνωτές ύπνου να λειτουργούν καλά. Θα ήταν πραγματική καταστροφή ο οργανισμός να μην αποθηκεύει τον ύπνο για τις δύσκολες ώρες, όπως κάνει κ με το παραπανίσιο ασβέστιο. Θα μου χρειαστεί για την εβδομάδα…

Το (σχετικά μικρό) διάστημα της ημέρας που είχα ανοιχτά τα μάτια, το οικογενειακό τσουκάλι φρόντισε να με προμηθεύσει με στοργή κ προδέρμ με μερικές 1000άδες επιπλέον θερμίδες. Κάτι μου λέει ότι αυτές αποθηκεύονται πολύ πιο εύκολα από τον ύπνο κ θα τις βρω μπροστά μου (κυριολεκτικά κ μεταφορικά :-D)
Μία εξίσου χαλαρή οικογενειακή εκδρομή ως το Apolis κ μία ματιά στην Αθήνα πιάτο με έπεισε για πολλοστή φορά πως άλλος δίνει κώλο για τον Μπάοκ, άλλος για τσιπάτο αμάξι με φούστες κ αεροτομές, άλλος για σπίτι-χέζε-ψηλά-κ-αγνάντευε. Εγώ ανήκω στην 3η κατηγορία.

Note to self:
Καλή υπόλοιπη εβδομάδα! Κουράγιο, δεν είναι πολύ! Το επόμενο χρονικό παράθυρο για να ζήσεις είναι σε ακριβώς 4 μέρες παρά κάτι ώρες
😀

Technical Annex: Τι βλέπουμε όταν έχουμε πιει ικανή ποσότητα βυζαντινού νάματος

Είμαι, λέει, βράδυ σε έναν κάθετο της Πανεπιστημίου, μάλλον στη Βουκουρεστίου. Δε μοιάζει με τη Βουκουρεστίου, αλλά ξέρεις πώς είναι τα όνειρα: απλώς το ξέρεις! Κάποιοι σεκιουριτάδες φορτώνουν «κασέττες» με χρήματα για ΑΤΜ σε ένα θωρακισμένο. Κάπου χώνονται μέσα στην καρότσα του οχήματος κ αφήνουν πίσω τους ανοιχτή την πόρτα του κτιρίου. Μπαίνω μέσα στο μισοσκόταδο σε ένα μικρό δωμάτιο σαν αποθηκούλα. Ένα ανοιχτό κιβώτιο έχει μέσα του μία τελευταία κασέττα. Καταλαβαίνω πως έχει χρήματα κ χωρίς δισταγμό την αρπάζω να φύγω (ναι, ξέρω! Εκείνη την ώρα, όμως, ίσα-ίσα που χάρηκα κ όλας! Με έχει φάει το άγχος του σπιτιού, μάλλον :-)). Στην πόρτα συναπαντιέμαι με τους σεκιουριτάδες. 1-2 γρήγορες κινήσεις κ η μεταλλική κασέττα γίνεται πρώτης τάξεως μέσο για να τους στείλει για ύπνο.

Βγαίνω αγχωμένος στο δρόμο με την κασέττα στο χέρι. Κατευθύνομαι εκεί κοντά (στην Κριεζώτου, στην Ιπποκράτους;;;) κ μπαίνω σε ένα παλιό κτίριο. Έχω δωμάτιο, λέει, εκεί. Είναι σπίτι μου, είναι κακόφημο ξενοδοχείο, θα σε γελάσω κ δεν το θέλω! Το σίγουρο είναι πως είναι σε κακό χάλι, με ρούχα απλωμένα στους διαδρόμους κ ξεφτισμένους τοίχους. Βάζω την κασέττα κάτω από το κρεβάττι κ πέφτω κατάκοπος για ύπνο.

Ξυπνάω μετά από απροσδιόριστο χρονικό διάστημα για να βρω μία ξένη στο δωμάτιο (έμοιαζε στα σλαβικά χαρακτηριστικά με την Α. αλλά δεν ήταν αυτή) να κρατά μία χούφτα χαρτονομίσματα. Έχει βρει την κασέττα! «Ξέρω, αλλά δε θα μιλήσω» μου λέει (ή τέσπα αυτό ήταν το νόημα). Την ακολουθάω προς τα έξω. Το δωμάτιο είχε 2 κρεβάτια κ έξω είχε άλλο ένα χώρο με άλλα 2 κρεβάτια. Η ξένη μπήκε σε ένα από αυτά κ λούφαξε. Εκείνη την ώρα μπαίνει στο δωμάτιο ένας τρελός, με το μαλλί όρθιο (ναι, ξέρω! Με αυτά που διαβάζεις, μάλλον μου μοιάζει! Μουαχα) Μπήκε στο δωμάτιό μου με το έτσι θέλω κ μπαστακώθηκε στο κρεβάτι μου, δείχνοντας σαφή διάθεση να το οικειοποιηθεί. Ένιωσα ακατανίκητη επιθυμία να τον λιανίσω μέχρι να χορτάσω αίμα, η ζωή του δεν είχε κ πολύ αξία. Θα μου κουβαλιόταν, όμως, η αστυνομία κ με την κασέττα κάτω από το κρεβάτι ήταν το τελευταίο που ήθελα (άκου, τι σκέφτομαι ο αδίστακτος!). Τον πιάνω κ μία με το καλό, μία με σπρωξιές τον στέλνω από εκεί που ήλθε.

Είμαι κ πάλι στην Πανεπιστημίου. Δε μοιάζει με την Πανεπιστημίου, αλλά είπαμε: έτσι είναι, αν έτσι νομίζεις. Κατευθύνομαι προς Σύνταγμα, ενώ ο ήλιος πέφτει. Νιώθω έντονη την παρουσία της αστυνομίας γύρω μου. Βλέπω μπασκίνες απλισμένους σαν αστακούς παντού να σταματάνε τους διαβάτες για έλεγχο. Εμένα ψάχνουν; Δεν είμαι σίγουρος αν είναι αυτό ή αν συμβαίνει κάτι άλλο. Η κασέττα με βαραίνει με τον όγκο της, δεν μπορώ να τη βολέψω πουθενά. Τη βάζω μία μπροστά στη ζώνη μου κάτω από την μπλούζα, μία πίσω κάτω από το μπουφάν, μία στο χέρι κάτω από το μανίκι. Ένα ζευγάρι μπασκίνες με πλησιάζουν από πίσω. Νιώθω σαν το λαγό στη γωνιά, δεν μπορώ να κάνω τπτ με τόση οπλισμένη μπατσαρία γύρω τριγύρω. Τελευταία στιγμή αποφασίζουν να σταματήσουν το διπλανό μου. Ανακούφιση!

Φτάνω Σύνταγμα. Δε μοιάζει με το Σύνταγμα, αλλά μην τα ξαναλέμε. Εκεί που υποτίθεται πως είναι η Μητροπόλεως το κτίριο σκεπάζει μονοκόμματο τη διάβαση. Μία στοά ανοίγεται μπροστά με τριπλή σειρά περιστρεφόμενα κάγκελα. Σε κάθε μία πόρτα είναι κ μπασκίνες που ελέγχουν. Ο κόσμος γύρω μου είναι ως επι το πλείστον μελαμψοί, αφρικανοί. Έχω βάλει την κασέττα μπροστά κ η κοιλιά μου φουσκώνει σα να είμαι γκαστρωμένος με κουτί. Μόνο ένας ηλίθιος δε θα το πρόσεχε κ εγώ ακόμα πιο ηλίθιος που πάω στο στόμα του λύκου με τόση σιγουριά. Προχωράω μαζί με τους υπόλοιπους μετανάστες μέσα. Στη μεσαία πόρτα 2 μπατσίνες με σταματάνε για έλεγχο, μαζί σταματάει κ η καρδιά μου. Στέκονται πίσω μου κ πασπατεύουν το μπουφάν μου μήπως έχει κάτι φοδραρισμένο, ούτε σημασία στην εγκυμοσύνη. Απίστευτο, ακόμα κ στα όνειρα οι μπασκίνες είναι ηλίθιοι! Στην 3η καγκελόπορτα υπάρχουν ρακένδυτοι οπλισμένοι αφρικανοί λες κ περνάω τα σύνορα.

Από την άλλη μεριά βρίσκομαι ακόμα την πυλωτή του ίδιου κτιρίου. Μοιάζει με την πυλωτή από το πλάι του Gare du Nord αλλά είναι λες κ τηλεμεταφέρθηκα. Σαν το Children of Men, μπροστά μου ξανοίγεται ένα ρημαδιασμένο γκέτο. Κάτω υπάρχει χώμα κ γύρω έχουν φωτιές μέσα σε βαρέλια. Μου προκαλούν μεγάλη εντύπωση τα κτίρια γύρω μου: σμπαραλιασμένα πρώην κτίρια γραφείων με τον κόσμο να ξεχειλιζει λερός κ κακομοιριασμένος από κάθε τρύπα κ παράθυρο. Τραβάω τα βλέμματα των γύρω μου, αλλά όχι σε όσο εχθρικό βαθμό όσο θα περίμενα υπό φυσιολογικές συνθήκες (φυσιολογικές συνθηκες! Μουαχαχα). Πρέπει να το φωτογραφίσω αυτό το θέαμα. Βάζω το χέρι στην τσέπη κ βγάζω το πιστό μου 3650. Οι φωτογραφίες βγαίνουν απίστευτα καθαρές κ ζουμαρισμένες, κάθε άλλο δηλ. παρά όπως βγαίνουν από το πολυκαιρισμένο κινητό μου. Κοιτάω καλύτερα κ με βρίσκω να κρατάω ένα γ@μάτο laptop. Πώς χώρεσε στην τσέπη μου;;;

(Σε αυτό το σημείο κόβεται η λογική ροή -μουαχαχα, τι ειρωνία! Μάλλον θα έφαγα αγκωνιά στον ύπνο μου κ κουνηθηκε το DVD.
Έχω περάσει σε δευτερεύοντα ρόλο, αυτόν του κομπάρσου/καμεραμανατζή. Ξέρω στον ύπνο μου ότι αυτό το όνειρο από εδώ κ πέρα το έχω ξαναδεί, αλλά δε με πειράζει. Είναι περιπέτεια κ υπερπαραγωγή, το αγαπημένο μου genre! :-D)

Σε ένα παλιό πέτρινο κάστρο (φαντάσου το Fort Boyart με ταράτσα, κολλήμενο στη ξηρά) είναι μαζεμένοι μερικές εκατοντάδες μαύροι κ άλλοι ταλαίπωροι. Είναι οπλισμένοι με κάθε λογής όπλα, από πολυβόλα έως ακόντια, κ πολύ τσαντισμένοι. Το πλάνο ανοίγει σε ύψος κ μια ιπτάμενη μορφή εφορμά κατά πάνω τους. Αρχίζει να τους γαζώνει κ να τους εξοντώνει ανηλεώς με κάθε τρόπο, ό,τι κ να κάνουν είναι μάταιο. Σε κάποια εφόρμηση καρφώνεται με το κεφάλι στο χώμα. Δεν έχει σκοτωθεί, αλλά βγαίνει από μέσα σαν καρτούν με το σώμα να τεντώνεται σα λάστιχο από το τράβηγμα. Η στολή μένει πιασμένη στο χώμα κ ο πρωταγωνιστής μένει ημίγυμνος. Είναι ο Daniel Craig (Αχαχαχα! Είπαμε υπερπαραγωγή! Δε θα κάνουμε τσιγκουνιές στο budget!)

Όσοι από τους ένοπλους έχουν επιζήσει έχουν ήδη αποσυρθεί, άγνωστο πού. Υπάρχει μία τεράστια σιδερένια πόρτα κλειστή κ από πίσω ακούγεται ένας δυσοίωνος ορυμαγδός. Η επιφάνεια του κάστρου αρχίζει να πλημμυρίζει από νερό. Ο Craig ανεβαίνει στη χωμάτινη πλαγιά κ τον ακολουθώ. Φτάνοντας σε ικανό ύψος βλέπουμε ότι η πόρτα έχει ανοίξει εν τω μεταξύ κ κάτι έχει βγει από μέσα. Κάνει μία βουτιά από ψηλά στο νερό το οποίο λογικά θα έπρεπε να έχει βάθος μόλις λίγων εκατοστών. Η λογική όμως δεν έχει θέση στην ταινία μας, πέφτει με ένα μεγάλο σπλατς στο νερό κ αρχίζει να κολυμπά με απλωτές προς ένα προστατευμένο κολπάκι. Μετά από λίγο δισταγμό τον ακολουθώ. Μέχρι να φτάσω βλέπω ότι έχει βρει μία άλλη στολή που είχε στην καβάτζα (άτσα, το καβατζόμουτρο!) κ έχει σχεδόν ντυθεί.

Στο σημείο που είμαστε αρχίζουν να πέφτουν οβίδες, ή μαλλον να κυλάνε δίπλα μας, από ψηλά στην πλαγιά, χωρίς να σκάνε. Ακούγονται κανονιές πίσω από το βράχο κ εκρήξεις στην κορυφή του βουνού. Κρυφοκοιτάζω πίσω από το βράχο στα αριστερά, από εκεί που ακούγεται ο ορυμαγδός κ οι εκρήξεις. Ένα τεράστιο άρμα μάχης (μιλάμε, για τεράστιο, όμως!) πλησιάζει αργά-αργά από το δρόμο. Δέχεται χτυπήματα από ψηλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ανταποδίδει κ από την κορυφή ακούγονται εκρήξεις. Κοιτάζω στα δεξιά από την άλλη μεριά του δρόμου κ βλέπω κανονικά άρματα μάχης να πλησιάζουν να το εμποδίσουν. Ξέρω τι συμβαίνει! (είπαμε, το έχω ξαναδεί) Μία πυροβολαρχία του αιθιοπικού στρατού (μην ακούσω σχόλια! όλα τα άλλα δε σε πείραξαν;!;!;) είναι στην κορυφή κ προσπαθεί να καταστρέψει αυτό το θηρίο. Κάθε χτύπημα του τέρατος σημαίνει κ ένα κανόνι κατεστραμμένο με τις αχρησιμοποίητες οβίδες του να κυλάνε προς τα κάτω. Ξέρω πως όλοι τους είναι καταδικασμένοι σε σφαγή. Ο Craig φεύγει σβέλτος πηδώντας από βράχο σε βράχο προς την πλευρά των αιθιόπων να τους βοηθήσει.

Είναι μάταιο να τον ακολουθήσω, ενώ ξέρω πως η τελική μάχη θα δοθεί στην κορυφή. Αρχίζω να έρπω προς τα επάνω, προσέχοντας να μην πέσει καμία από τις οβίδες που κυλάνε επάνω μου, χωρίς να δίνω στόχο κ στο θηρίο από κάτω.

Σε αυτό το σημείο μία 2η σκουντιά με ξύπνησε.
Τέλος ταινίας!
Η έξοδος κάτω κ δεξιά!
😀

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: